ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ
Ιστολόγιο Βιβλία

← back to the blog


Ιατρική βεβαίωση, Λευκωσία, 1982 (Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη)

Posted in bivliothiki

 

     
 

 

 
     
     
     
     
 

ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ

 
     
 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 
     
 

ΛΕΥΚΩΣΙΑ 1982

 
     
     
     
     
     
     
     
 

«Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως που κάπως ξέρεις από φάρμακα.

νάρκης του άλγους δοκιμές εν φαντασία και λόγω».

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

 
     
 

3

 
     
     
     
     
 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

 
     
 

Το φυτό αυτό αρνήθηκε τον ήλιο κλείστηκε στον εαυτό-του αρκέστηκε στην υγρασία ενός δωματίου στα κάγκελα μιας γλάστρας. Την ώρα που τα άλλα φυτά έπιναν αχόρταγα το φως και γίνονταν διάφανα κι άνθιζαν και γελούσαν, αυτό βυθομετρούσε το σκοτάδι κι ένιωθε να στάζει μέσα-του, σαν από θεϊκιά κλεψύδρα, το φαρμάκι.

Την ώρα που τ' άλλα φυτά τα 'δερνε ο βοριάς

χωρίς καμιά ρυτίδα ν' αυλακώνει την ψυχή-τους,

αυτό σιγά - σιγά γλιστρούσε

μέσα στα δίκτυα του θανάτου

κι είτανε τόσο πικραμένο

που οι χυμοί-του αλλοιώθηκαν,

έγιναν μελάνι.

Και στάζει τώρα κάθε βράδυ από τα φύλλα-του

μικρό μωρό μαύρο αγγελούδι ποίημα

που, αλίμονό-σου αν δεν μπορείς να το νταντέψεις.

μεταμορφώνεται σε χταπόδι και σου θολώνει το μυαλό

και σ' οδηγεί τυφλό κι ανυπεράσπιστο

εκεί που οδηγήθηκε κι ο κύρης-του

που αρνήθηκε τον ήλιο!

 
     
 

4

 
     
     
     
     
 

ΜΑΘΗΜΑ ΣΚΑΚΙΟΥ

 
     
 

«Πτώμα δε αυτώ ητοίμασται εξαίσιον» Ιωβ, ιη' 12

I

0 Τζων φοβόταν την εξουσία περισσότερο απ' όλους-μας

«Είναι η σκακιέρα κι είμαστε τα πιόνια» έλεγε

«κι ένα πιόνι καθώς πρέπει

πάντα προθύμως θυσιάζεται για το βασιλιά

ως η κατωτάτη αναβαθμίς της κλίμακος».

0 Τζων είταν ένας υποδειγματικός υπάλληλος

σκεφτόταν όταν έπρεπε και όπως έπρεπε

ποτέ δεν έλεγε τη γνώμη-του για τίποτα

είταν σα μηχανή

που την κουρδίζεις μια φορά και πάει ρολόι

ώσπου μια μέρα, ω συμφορά, τον πέταξαν στο δρόμο

γιατί άλλαξαν τ' αφεντικά

(ένα πιστό σκυλί είναι πάντα επικίνδυνο όταν χάσει τον

αφέντη-του).

Πέντε στόματα περιμένουν τώρα από τον Τζων ένα κομμάτι ψωμί

μα αυτός ακόμα να βρει τα νερά-του.

δεν έπαψε να συμπεριφέρεται σαν πιόνι

κι αναζητεί νέο βασιλιά να τον υπηρετήσει.

Άραγε θα καταλάβει καμιά φορά

πως βασιλιάς είναι ο Τζων και πιόνι ο Τζων

πως αρχή της κλίμακος είναι ο Τζων και τέλος ο Τζων

πως οι αλυσίδες που τον δένουν ξεκινούν από μέσα-του;

 
     
 

5

 
     
     
     
     
 

II

Ο Τζων, το πιόνι της πτώσεως,

ακόμα να βρει τα νερά-του.

ξαπλώνει μέσα στη μπανιέρα

και παίζει με τις σαπουνόφουσκες.

Νά! Τώρα γαντζώθηκε πάνω σε μια

κι αρχίζει ν' ανεβαίνει.

Τι ευφροσύνη Θεέ-μου

τι έξαλλη χαρά!

Εις μάτην όμως η αναστάτωση.

σε λίγο σπάζει η σαπουνόφουσκα

σπάζει ο Τζων τα κοκκαλάκια-του

—Είταν η πρώτη φορά που τόλμησε να οδοιπορήσει κάθετα—

Σημειωτέον ότι πριν να επισυμβούν τα ανωτέρω

μ' ένα πριόνι έκοψε τα κάγκελα

που είχαν, αίφνης, ξεφυτρώσει από μέσα-του

και τον υποχρέωναν να ομιλεί εξ αποστάσεως.

Μη στενοχωριέσαι καημένε Τζων

αν μη τι άλλο,

η σαπουνόφουσκα «σ' έδωκε το ωραίο ταξίδι!»

 
     
 

6

 
     
     
     
     
 

III

Μετά το ταξίδι με τη σαπουνόφουσκα

ο Τζων υπέφερε από τρομερούς πόνους στους ώμους. Συγ­χρόνως, τα κάγκελα άρχισαν πάλι να μεγαλώνουν και να τον κυκλώνουν. Έτσι αναγκαζόταν να κοιμάται όρθιος ως νεκρός μητροπολίτης. ' Ηθελε να τα ζερριζώσει από μέσα-του μα έγι­ναν ένα με τα σπλάχνα-του: διακλαδώθηκαν από τον εγκέ­φαλο μέχρι τα γεννητικά-του όργανα. Μέσα στην καρδιά-του είτανε μια κάμπια. Ένας ποντικός ροκάνιζε τους νεφρούς και το συκώτι-του. Από το τρύπιο κρανίο-του έβγαιναν καπνοί και θειάφι σαν από φουγάρο καραβιού. Το γαλάζιο κοράκι τσι­μπούσε από εκεί, κάθε τόσο, ένα γραμμάριο μυαλού. Την ίδια στιγμή γινόταν διάφανο κι έβλεπες μες στα σπλάχνα-του ένα πελώριο μάτι που έβγαζε φωτιές.

Απροσδοκήτως ο Τζων άρχισε να πετά. Δεν κρεμόταν από καμιά σαπουνόφουσκα κι όμως πετούσε για τόση ώρα ξεχνώ­ντας τα κάγκελα, ξεχνώντας την κάμπια και τον ποντικό. Όταν επέστρεψε στο πάτωμα κοιτάχτηκε στον καθρέπτη, που πα­ραδόξως δεν εράγισε, και διεπίστωσε με τρόμο πως έγινε πουλί!

 
     
 

7

 
     
     
     
     
 

IV

 
     
 

Λόγω της επιδεινώσεως της παραδόξου ασθενείας-του, ο Τζων μετεφέρθη εις την κλινικήν «Η φωλιά του Κούκου» διά θερα-πείαν.

Ειδικές επιτροπές και υποεπιτροπές ιατρών απεφάσισαν, μετά από πολυήμερες συσκέψεις, ότι ενδείκνυται: Να υποβάλλεται εις ασκήσεις ακριβείας τρις ημερησίως Ειδικός επιστήμων να του αναλύει την αξίαν της ελευθερίας Να λαμβάνει ηρεμιστικά δισκία

Να μην σκέπτεται. να βλέπει, να ακούει και να σιωπά. Κάθε αντίδρασίς-του, άλλωστε, θα ήτο επιζημία. Να τηρεί τον νόμον, να σέβεται πάντα ανώτερον και να προ­σεύχεται υπέρ του βασιλέως.

Τέλος, να μεταφερθεί εις το εξωτερικόν δια να του αφαιρε­θούν τα πτερά.

Τονίζεται εν κατακλείδι ότι η εκμετάλλευσις των κάγκελων από πεπειραμένον σιδερά θα ήτο δια το ίδρυμα λίαν επι­κερδής.

Έτσι θα περάσει το υπόλοιπον του βίου-του ο Τζων το πιόνι της πτώσεως ο υιός της απωλείας!

 
     
 

8

 
     
     
     
     
 

ΙΧΘΥΣ Ο ΝΕΥΡΩΤΙΚΟΣ

 
     
 

Το ψάρι έχει, όντως, παράξενες ιδιότητες:

δεν ομιλεί ποτέ

δεν επιζεί παρά μόνο

μέσα στην εκνευριστική ρευστότητα του ύδατος και, το σπουδαιότερον, δεν επαναστατεί. Είναι νευρωτικό κρύβεται τις νύχτες κλαίει κρυφά

φθείρει το μυαλό-του ανεπανόρθωτα.

Όμως, σε μια βρώμικη θάλασσα,

το δάκρυ ενός ψαριού ποιος θα το νιώσει;

 
     
     
     
     
 

ANTIΠΟΙΗΜΑ I

 
     
 

Να'σαι ο τελευταίος στην κλίμακα

κι όμως να μην πατάς επί πτωμάτων ν' ανεβείς

να μη φιλάς πόδια

να μην κλαίγεσαι

φτωχός αλλά υπερήφανος

(ένα μολύβι κι ένα τετράδιο όλα κι όλα-σου τα υπάρχοντα) να λες πάντοτε την αλήθεια να κεντρίζεις

και να 'χεις να παλέψεις με πολλούς

που επιμόνως θα αρνούνται να σε χωνέψουν,

αυτό σημαίνει να 'σαι ποιητής.

 
     
 

10

 
     
     
     
     
 

ANTIΠΟΙΗΜΑ II

 
     
 

Τι ψάχνεις δαιμονισμένε ποιητή

τι γυρεύεις

σημαδεμένος

παράλυτος εδώ και δυό χρόνια Μήπως θα τρέξεις κι εσύ να φιλήσεις πόδια Μήπως θα τρέξεις κι εσύ στον Αγαμέμνονα να γυρέψεις τη χαμένη-σου Κόρη;

Πάει πια

έχασε την παρθενική-της στιλπνότητα Κάθε-της λέξη σου ραγίζει τα οστά σε γκρεμίζει.

Τις νύχτες δε θα σε αφήνει να κλείσεις μάτι

δε θα τραγουδά τις νύχτες

δε θα περιμένει κανένα Ρωμαίο

μόνο θα βρυχιέται σαν τίγρη

και θα παραμονεύει

πότε να ριχτεί του Αγαμέμνονα

να τον ξεσκίσει

να τον κάνει κομματάκια

για να μπορεί ο Θερσίτης να λέει ελεύθερα τη γνώμη-του χωρίς να φοβάται τη μαγκούρα του Οδυσσέα κι ο Αχιλλέας να παίζει με τις κούκλες-του χωρίς το βραχνά της επιστράτευσης.

Πήγαινε δυστυχισμένε

να φέρεις την κόρη-σου πίσω

— Και τι δεν έπαθες για να τη σώσεις απ' το Χάρο —

πλην όμως, άφησέ-τη να βρυχιέται.

μάτι κανείς-μας να μην κλείσει

εωσότου πληρώσει ο μοιχός τα κρίματά-του

κι όπου σπαθί, φυτρώσει στίχος.

 
     
 

11

 
     
     
     
     
 

ANTIΠΟΙΗΜΑ III

 
     
 

«Κόρη-μου,

σπλάχνο-μου αναρχικό

πληθωρικό

ατιμασμένο

ως πότε θα βρυχιέσαι

ως πότε θα χτυπάς το κεφάλι-σου στους τοίχους;

Είσαι πολύ μικρή για να πεθάνεις.

Σήκω λοιπόν

τι κάθεσαι;

Πάρ' το σπαθί-σου.

κόψε τα σάπια μέλη

του κυρού-σου πρώτα, εμέ,

κι ύστερα βγες στους δρόμους

κόψε και φύτεψε

χειραφετήσου

οδήγα-με.

Ξεχνάς την Αντιγόνη που, δυναμική αλλά και φρόνιμη,

πήρε απ' το χέρι τον τυφλό πατέρα-της και τον οδήγησε στον Κολωνό όπου μέσα σε λάμψεις εκθαμβωτικές εγνώρισε τον εαυτό-του κι έσμιξε με τον ουράνιο πατέρα-του εκστατικά τραγουδώντας;

Ακόμα και τυφλός κόρη-μου δεν τα βάζω κάτω.

Ακουμπώντας στο μπράτσο-σου θα πορευτώ θα νικήσω το θάνατο

θα επιζήσω

για να πράξω, να πάθω και να μάθω και μέσα από τα μάτια μιας γοργόνας θ' αναληφθώ στον ουρανό τον απύθμενο».

 
     
 

12

 
     
     
     
     
 

ΑΝΤΙΠΟΙΗΜΑ IV

 
     
 

"Είσαι σαν τη γάτα, πατέρα,

σαν τη γάτα που παίζει με την πεταλούδα.

εκείνη ξεπεσμένη αριστοκράτισσα

ρηγοπούλα χιλιόπλουμη

χώνεται μες στα μουστάκια-σου

κι εσύ κάθεσαι στα πισινά-σου

και πηδάς να την φτάσεις.

Μα την ίδια στιγμή πετά μακριά.

εξαφανίζει το γαλάζιο των φτερών-της

μέσα στη σπάταλη φωτοχυσία τ' ουρανού

ανεβαίνει

τραγουδώντας

χορεύοντας

ξεχνώντας

την κάμπια που υποβόσκει μέσα-της.

Κι εσένα, πατέρα, σου τεντώνονται τα νεύρα

σα χορδές άρπας

για να παίζει η θλίψη με τα χλωμά - λιγνά-της δάχτυλα πένθιμους σκοπούς

και γίνεσαι αγχώδης κι αλαφροΐσκιωτος. Ξεχνάς τους ανθρώπους, πατέρα και κυνηγάς την πεταλούδα που βρίσκει καταφύγιο στον ουρανό πάνω στα γένια του Παντοκράτορα του Κραταιού

και με πόδια σαν από χαλκολίβανο.

Και περιμένεις με σηκωμένα τα πόδια

και φουσκωμένα τα πανιά

μετέωρος

ατσίγγανος

χαδιάρης και λεπτεπίλεπτος σαν γάτα".

 
     
 

13

 
     
     
     
     
 

CARMINA PARVA

 
     
 

I

Ένα ποντίκι ροκανίζει

μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.

Μήπως ειν' ο Θεός;

Κι αν είναι αυτός

προς τι η υπονόμευση;

II

Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα πώς μου 'ρθες έτσι αγνώριστη πώς μου 'ρθες έτσι αστόλιστη πώς μου 'ρθες λαβωμένη;

 

III

Προς ποίησιν Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου πόσο αίμα να σου δώσω;

IV

Περσεφόνη και Χάροντας —Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους

λεβέντες.

παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν —Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.

V

Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά

μ' ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.

Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων

και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.

VI Ερωτικό Αν ανοίξεις την καρδιά-μου θα βρεις τα μάτια-σου-αν ανοίξεις τα χέρια-μου θα βρεις τα καρφιά-σου.

VII Επτάστιχο

Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου

οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου

το κορμί-μου γέμισε πληγές

οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.

Ζητώ αίμα για να ζήσω

κι αυτοί ζητάνε προσφορές

να βάφουνε τους δρόμους.

 
     
 

14

 
     
     
     
     
 

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

 
     
 

Ο Ποιητής: Οιδίποδα

δίποδε, τρίποδε, τετράποδε

έλυσες το περίφημο αίνιγμα και γκρέμισες τη Σφίγγα.

Όμως αίνιγμα είταν

κι η λύση του αινίγματος

πολύ πιο δυσχερές από το πρώτο.

Ξεκίνησες για να το λύσεις

μα απέτυχες οικτρά

και γκρεμίστηκες κι εσύ.

0 Οιδίπους:

Κανείς δε θα γυρίσει να κοιτάξει τους καθρέπτες κι όμως εκείνοι θρύψαλα - βολίδες στο κορμί-σας πληγές σαράντα κι εκατό θα προξενήσουν και πόρπες δε θα υπάρχουν πουθενά και σπήλαια δε θα υπάρχουν πουθενά για να τα κατοικήσετε.

 
     
 

15

 
     
     
     
     
 

ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

 
     
 

An' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων

πλην ημών, κόντε-μου;

Να 'ναι το Μεσολόγγι μες στα πόδια-μας

και να χάνεται

κι εμείς να χάσκουμε

να λιγοθυμούμε

να νίπτουμε τας χείρας-μας

κι ύστερα να κακαρίζουμε περί του χρέους των άλλων.

Δε μου λες, εμείς εζαιρούμεθα;

Κι ύστερα ν' ανεβαίνουμε μια σκάλα

που την έχτισαν άλλοι

να βγάζουμε λόγους

να φωνασκούμε

και να γυρίζουμε τις νύχτες χωρίς ύπνο αλύτρωτοι και μισότρελοι

και να μη δίνουμε ένα σάλτο από το θεωρείο κι ότι γενεί-

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων πλην ημών, κόντε-μου;

 
     
 

16

 
     
     
     
     
 

ΔΙΧΩΣ ΘΕΟ

 
     
 

Πίδακες αιμάτων μέσα-μου Εστίες συγκρούσεων Ανακοινωθέντα

παρασημοφορήσεις — και να μην μπορείς να μιλήσεις — Πίδακες αιμάτων

σπασμένες αρτηρίες ενδοσωματική ερήμωση. Πέφτω

χωρίς Θεό, γκρεμίζομαι

χωρίς Θεό μέσα στην άβυσσο ζαλίζομαι.

 
     
 

17

 
     
     
     
     
 

IΩB

«Ήγησαι δε με ίσα πηλώ, εν γη και σποδώ-μου η μερίς»

ΙΩΒ, λ΄:19

Καλώς ορίσατε και σήμερα

να φάτε από τη σάρκα-μου

αγαθά-μου σκουλήκια.

Μη φοβάστε. δε σας διώχνω.

Είστε τόσο λευκά

σαν την καλοσύνη του Κυρίου

που μ' έριξε από τ' αρχοντικό-μου

σ' αυτή την κοπριά

που μου πήρε τους δορυφόρους και τις παλλακίδες-μου

που με ξεκλήρισε.

Άλλοτε είμουν τόσο βαρύς

που δε με σήκωνε το χώμα.

τώρα κάθε πρωί

και λέω θ' αναληφθώ.

Είμαι μια χούφτα κόκκαλα κάγκελα

σταυρωτά κυκλικά πλεκτά

κι η ψυχή-μου γυρεύει μια χαραμάδα να πετάξει. Κλαίω

προσεύχομαι

καταριέμαι τη μέρα που γεννήθηκα κοιμούμαι με την ελπίδα να μην ξαναξυπνήσω προσπαθώ να δω σε τι έχω φταίξει. δεν βρίσκω τίποτα.

Και να μπορούσαν να με σώσουν οι ρητορείες των φίλων-μου που στέκουν πίσω από τα τείχη και με επιπλήττουν...

Το χώμα κι η στάχτη είν' η πατρίδα μου.

 
     
 

18

 
     
     
     
     
 

ΝΕΟΠΤΟΛΕΜΟΣ

 
     
 

Δεκαεννιά χρονών ο Νεοπτόλεμος με υψηλά, με άπιαστα όνειρα κάθονταν παράμερα κι αναρωτιόταν τι νόημα έχει γι' αυτόν η ζωή. Άραγε ο θάνατος είναι μια λύση,

μια οριστική αποδέσμευση από τα βάσανα του κόσμου αυτού

η μήπως είναι μια νέα αρχή τριβής προς εξαΰλωση;

Και κάθονταν κι αναρωτιόταν

κι είχε στο νου-του ο δυστυχής

τους δυο γέρους γονείς του Αδμήτου

που, όταν οι Θεοί τους ζήτησαν να δώσουν τη ζωή-τους

για να γλυτώσει ο νέος γυιος-τους από τη μαύρη μοίρα,

αυτοί αρνήθηκαν:

—Δεν είστε καλά, τους είπαν.

Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο θάνατο

τόσο πιο γλυκιά είν' η ζωή.

Τέτοιες θυσίες της κράσεώς-μας δεν είναι!

Εν τούτοις σκέπτεται και ψηλαφεί

κι ειν' η ζωή-του μαύρη.

Αυτός που μια σταλιά τα νιάτα δεν εχάρηκε

τι παρηγοριά στα γεράματά-του θα 'βρει;

 
     
 

19

 
     
     
     
     
 

Η ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΟΡΗ

 
     
 

Μελέτη θανάτου

Σκυφτός στον άδη κατηφόριζε

με πόθο τρομερό θανάτου

— τόσο τον κόσμο είχε μισήσει —

Μα να! Αγγέλων λόχοι και συντάγματα

με κομποσκοίνι τον τυλίγουν

και πίσω, στη ζωή τον ανεβάζουν.

Κι άγγελος τον εγιάτρεψε κι αρχάγγελος του λέει:

«Ευδόκησε ο Θεός να λυτρωθείς,

μ" όλο το βάρος των κριμάτων-σου,

κι Ουράνια Κόρη Αγγέλισσα θα στείλει

με φως ν' αλείψει τις πληγές και την ψυχή-σου.

Τώρα κοιμήσου. πρόσεξε, μόνο, μην ξαναγλιστρήσεις».

Η Κόρη τονε βρίσκει να κοιμάται.

πρώτα του αλείφει τις πληγές με φως και λάδι

κι ύστερα τον στολίζει με λουλούδια κι άστρα.

Όταν ξυπνήσει

θα τον πάρει από το χέρι

μαζί ν' ανηφορίσουν

για την πολίχνη των ονείρων-τους.

Χριστούγεννα 1981.

 
     
 

20

 
     
     
     
     
 

ANTIEPΩTIKO

 
     
 

«Το ρόδο κι όμορφος αθός γεννάται μες στ' αγκάθι»

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Μέσα στο δωμάτιο η κόρη γυμνή μπρος στον καθρέπτη. Όταν η πόρτα κτύπησε

στους μαστούς-της λευκός χρωματίστηκε ο φόβος. Δεν άνοιξε.

Πέρα - χιλιάδες μίλια μακριά -

ένας σταυρός εθέσπιζε τον ερωτισμό-της

κι εκείνη περίβλεπτη - αειπάρθενος ετρόμαζε

μήπως ανοίξει η πόρτα.

Ένα - ένα τ' αστεράκια φωλιάζουν στον κόρφο-της και ρίγος ηδονής την ταράζει

— Κόκκινο ρόδο στα μάγουλα η Μεγάλη Ντροπή —

Αχ! Μάταια φτερουγίζουν οι πόθοι-μου στο γυμνό-της κορμί

σα γαλάζια γλώσσα οξυγόνου.

Μα ως γλυκά θλιμμένη εθαύμαζε

του κορμιού-της το μυστικό βάθος

ανοίγει η πόρτα τρίζοντας με φοβέρες βαριές

και εισέρχεται ο ιχθύς

γαλάζιος πιότερο από μένα.

Τότε εγώ με δίκοπο μαχαίρι

σφάζω τους πόθους-μου και μαδώ τα φτερά-τους

οπότε η κόρη αποσυντίθεται

σε δάκρυα μυγδαλιάς και μαργαρίτες

και ο ιχθύς γυρεύει νερό πριν να 'ν' αργά.

Τώρα γράφει στην άμμο αναστημένη

την ιστορία του έρωτα και του θανάτου:

μια τριανταφυλλιά που χύνει φαρμάκι από τ' αγκάθια-της

να υπερασπίσει την αγνότητα των ρόδων.

Από τις θηλές των μαστών-της

ένα - ένα τ' αστεράκια πέφτουν πιο λαμπρά

στον κάδο με τα κόλλυβα

κι είναι βαρύ το κάλλος-της να την αντέξω:

εκείνη ανώνυμη

εγώ επώνυμος συγχωνευόμαστε.

0 ιχθύς θα ταράζει τους ύπνους-μου

εωσότου την ανακτήσει

κι εκείνη απόρθητη καλόγρια

μέσα στα μοναστήρια της ψυχής-μου

ποτέ δε θα ξαναγδυθεί

γιατί την πλήρωσε βαριά την ομορφιά-της.

1979-1982

 
     
 

21

 
     
     
     
     
 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ I

 
     
 

Εν τω μεταξύ θα τρέξω στη μαμά-μου να κλαφτώ

να βγάλω το άχτι-μου.

Μακροχρονίως

θα υποβάλλομαι εις ψυχοθεραπείαν εκάστην Παρασκευήν

θα χάφτω δισκία Fluaxol και Melleril 25

θα ροκανίζω τα κάγκελα της φυλακής-μου.

Όσο για το μοιχό

που μου έκλεψε την κόρη-μου,

το σπλάχνο-του δεν εσπλαχνίστη ο πολυεύσπλαχνος και θα με σκεφτόταν εμένα;

ΕΠΙΛΟΓΟΣ II

Προς τους δοκίμους διακόνους της Ποιήσεως

Με συγχωρείτε,

μα ήδη, αγαπητοί,

οι αντιστίχοι-μου άναψαν.

 
     
 

22