ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ
Ιστολόγιο Βιβλία

← back to the blog


Ο λοιμός και άλλα ποιήματα, Λευκωσία, 1981.

Posted in bivliothiki

Ὁ ΛΟΙ͂ΜΟΣ

 

Μιλῶ καὶ πεθαίνω γιὰ τὰ λόγια μου

Εἴμαι ὑπεύθυνος γιὰ τὶς πράξεις μου

Καὶ τὰ ποιήματά μου

Εἴμαι κι ἐγὼ ἕνας ἀπὸ τοὺς μελλοθάνατους

Ποὺ γεννήθηκαν μέσα στὴ μάχη

Καὶ θὰ πεθάνουν στὸ χαράκωμα

Ἔν τούτοις ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πῶ

ὅτι ἡ Λευκωσία εἶναι μιὰ πόλη ἀδιέξοδη

ὅτι ἡ Λευκωσία εἶναι μιὰ πόλη ποὺ δαρέθηκε τοὺς δημαγωγούς

ὅτι ἡ Λευκωσία εἶναι μιὰ πόλη ποὺ ὑποφέρει

Εἶμαι κι ἐγὼ ἕνας ἀπὸ τοὺς μελλοθάνατους

Ἐν τούτοις ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πῶ

ὅτι οἱ πολίτες στὴν ἀγορὰ αἰσθάνονται προδομένοι

ὅτι οἱ πολίτες στὴν ἀγορὰ ξέρουν πὼς γελάστηκαν πικρά

ὅτι οἱ πολίτες στὴν ἀγορὰ ποτὲ δὲν δλέπουν ὄνειρα.

Μιλῶ καὶ πεθαίνω γιὰ τὰ λόγια μου.

Εἴμαι ὑπεύθυνος γιὰ τὶς πράξεις μου καὶ τὰ ποιήματά μου.

 

 

 

 

 

ΛΕΥΚΩΣΊΑ

 

Λευκωσία πορνεῖο ἀνοιχτὸ

Λουλούδι μαραμένο

Λευκωσία μὲ σύνορα, μὲ σταυρούς, μὲ δεκανίκια

Λευκωσία πράσινη

Λευκωσία τῆς Γραμμῆς

Ἐμπορεῖο πατρίδων

Λεωφορεῖο ἀπάτριδων

Παντοῦ ἀδιέξοδα

Παντοῦ στρογγυλὰ τραπέξια

Παντοῦ Σιωπὴ

Λευκωσία σκληρὴ πραγματικότης

Λευκωσία τετελεσμέρο γεγονὸς

Καράβι δίχως ἄγκυρα

Ναυτία τοῦ ποιητῆ

᾿Αδιέξοδα... ἀδιέξοδα... ἀδιέξοδα...

Λευκωσία κυπαρίσσι

Λευκωσία κενοτάφιο

Λευκωσία ματωμένη μου ᾿Αγάπη.

 

Ο ΝΕΚΡῸΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤῊΣ

 

ἤΑ τὶ παράξενη σιωπὴ ὅταν δακρύζει ἡ μάνα

Ὅταν χτυπᾶ ἡ καμπάνα τὶ πόνος, τὶ λυγμός

ἍΓυιέ μου, σὰν σὲ λαδώσανε καὶ στὴν καρδιά σὲ δρῆκαν

τὰ δόλια τους, οἱ σφαῖρες τοὺς στὰ σωθικά μου μπῆκαν».

 

ἘΠΙΓΡΑΜΜΑ

 

Ὦ ἐσύ μικρό μου λούλουδο κομμένο στὸν ἀνθό σου

ποιός σ᾽ ἔκοψε καὶ μάρανες καὶ χάθηκε τὸ φῶς σου;

Λχ καὶ νὰ ᾿μπόρουν ἃ ὁ φτωχός, μὲ τὴν ἀγάπη ἴσως,

νὰ σοῦ χωρίσω τὴ ζωή, ξανὰ νὰ σ᾽ ἀναστήσω.

 

MEANING DEATH

 

Σ᾽ ἐκδρομικὸ σακκίδιο κουβάλησε τὰ χέρια μου

Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρὰ χωρὶς ποτάμι καὶ πηγή

ἾΗταν γυμνή καὶ τὰ χέρια ἦταν νεκρὰ

 

ἥἯταν γυμνὴ καὶ τὰ χέρια ἦταν κλαδιὰ

 

Τὰ χέρια κάγκελα

 

Τυμνὴ πίσω ἀπ’ τὰ κάγκελα

 

Τυμνὴ μέσα στὸ δάσος

 

Δίγος χῶρος γιὰ νὰ φυτέψει τὰ χέρια

 

Αίγος χῶρος γιὰ νὰ κλάψει γοερὰ καὶ νὰ μείνει γυμνή

“Ὥσπου νὰ θυμηθεῖ τὸ δράχο καὶ τὸ φίδι

 

“Ὅμως ὁ χῶρος δὲν παραχωρεῖται

 

Καί μιὰ γυμνὴ γυναίκα ἢ ἀράχνη δὲν πολεμᾶ

 

Τελικὰ ἔσκαψε τάφο στὴν καρδιά της καὶ τὰ φύτεψε.

 

ΕΠΤΑΣΤΙΧΟ

 

᾿Ανατολὴ ἡλίου μέσ᾽ ἀπ᾽ τὰ τρομαγμένα μάτια μου

“Αιμοί, λοιμοί, πόλεμοι, χαλασμοί

 

Φανερωμένη παρθένος τὸ σκότος συνθλίδει

ἡμερώνει τὰ ἡφαίστεια ποὺ ἐκρήγνυνται μέσα μου

Τεμίξω τὶς φοῦχτες μου μ᾽ ἄστρα

 

--ἾΑχ τὰ ὡραῖα μοὺυ τ’ ἄλικα τ’ ἄστρα ---

Καὶ τὰ κλείνω βαθιὰ στὴν καρδιά μου.

Η ΠΑΘΟΛΟΓΙ͂Α ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

᾿Ανεδαίνοντας τὰ σκαλοπάτια σκόνταψε

Καὶ σὰν δολίδα μες στὴν ἄδυσσο σφηνώνεται

Τώρα κοράκια τρῶνε τὸ συκώτι τοῦ

Κράχτες συνθλίδουνε τ᾽ αὐτιά του

π- Μέσα στὸ δάσος τῶν ἀνθρώπων Ἕνας --

Τιποτένιοι γιατὶ τὸν προδώνετε;

Τιποτένιοι γιατὶ τὸν σταυρώνετε;

«Καὶ ἔπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ μέγας ἀστὴρ καιόμενος»

Καὶ τὰ νερὰ πικράθηκαν

Κι ὁ οὐρανὸς διόλίο ἀνοικτὸ

Νὰ διαδάζξεις μέσα τὰ πάθη σου καὶ νὰ δακρύζεις

Κι ὁ οὐρανὸς ἡ παθολογία τῶν δράχων

Ποὺ τοὺς θυμᾶσαι μόνο ὅταν τοὺς ἔχεις ἀνάγκη

Κι ὁ οὐρανὸς μιὰ σκέτη ὑποκρισία γαλάξιου

Νὰ σοῦ κρύδει τὰ πάντα

«Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ ἄψινθος»

τὶς νύχτες

“Ὅταν τ᾽ ἀστέρια θρηνοῦν τὸ χαμένο ἀδερφό τους

“Ὅταν ἡ Σελήνη λύνει τὰ μάγια της πάνω στὸ

    μαξιλάρι τῆς ᾿Ελένης

Μ’ ἐπίδεσμους καὶ δεκανίκια ξεπροθάλλει

-- Μέσα στὸ δάσος τῶν ἀνθρώπων Ἔνας --

Καὶ ξεκινάει γιὰ τὴ Μεγάλη Σκάλα.